|
Η απεργία ως βήμα
Οι απεργίες είναι μια πολύπλοκη και δύσκολη υπόθεση. Ο εργαζόμενος καλείται να πει ένα ναι ή ένα όχι στην απεργία, ανακαλώντας πλήθος από σκέψεις, εμπειρίες και μνήμες, αισθήματα και στερεότυπα. Στις μέρες μας η απόφαση είναι ακόμα πιο δύσκολη. Στη σημερινή απεργία ο εργαζόμενος, δημόσιος υπάλληλος ή μη, καλείται να απαντήσει σε δύο κυρίως ερωτήματα: Πρώτον, αν τον συμφέρει, προσωπικά τον ίδιο αυτή η απεργία και δεύτερο, αν έχει νόημα συνολικά για την κοινωνία μια τέτοια πρωτοβουλία. Παρά μια γενικευμένη τάση να απλοποιούνται τα ζητήματα (οι μεν είναι υπέρ, οι δε κατά), και παρά τον κομματικό φανατισμό με τον οποίο πολλοί αντιμετωπίζουν τις κοινωνικές εκδηλώσεις (πολλοί φίλοι του ΠΑΣΟΚ σήμερα δεν απεργούν, απεργούσαν όμως για πολύ πιο ήπια μέτρα της προηγούμενης κυβέρνησης), το ερώτημα απεργώ ή δεν απεργώ είναι από τα πιο καθοριστικά για τη συνείδηση ενός εργαζομένου.
Η εργασία και το είναι
Η φύση της ίδιας της εργασίας μάς οδηγεί στη διαμόρφωση μιας νέας ταυτότητας. Άλλος άνθρωπος ήμαστε πριν εργαστούμε, άλλος γινόμαστε αφού πιάσουμε δουλειά. Κι αυτό δημιουργεί ξέρετε και πολλές παρεξηγήσεις ενίοτε. Πολλοί ονειρεύτηκαν μια κοινή στάση εργατών- φοιτητών- αγροτών, σπάνια όμως επιτεύχθηκε κάτι τέτοιο στους σύγχρονους καιρούς. Τη δύσκολη ώρα των αποφάσεων, η κάθε τάξη έπιανε το δικό της πόστο και διαφοροποιούνταν. Στις μέρες μας δε, με τον άκρατο ατομικισμό και την ολοκληρωτική κατάρρευση των συλλογικοτήτων, μια απεργία μπορεί να στρέφεται με ευκολία εναντίον των συμφερόντων μιας άλλης ομάδας, όπως γίνεται για παράδειγμα με τους αποκλεισμούς των δρόμων.
Αν συνεπώς το είναι διαμορφώνει τη συνείδηση που είπε μεταξύ άλλων και ο Μαρξ, το εργασιακό «είναι», η εργασία, διαμορφώνει καθοριστικά τη συνείδησή μας. Δεν αρκεί όμως αυτό, παρά την τάση της αριστεράς κυρίως να θεωρεί ως καθοριστικό στοιχείο της ταυτότητας ενός υποκειμένου, μόνο την θέση του μέσα στο πλέγμα των εργασιακών σχέσεων.
Οι άνθρωποι είμαστε και πολλά άλλα «είναι»: είμαστε ονειροπόλοι, ερωτευμένοι, σύζυγοι και γονείς, εθελοντές, και πολλά πολλά άλλα. Αυτά τα άλλα «είναι» μπορεί να μας ωθήσουν σε μια απεργία μπορεί και όχι.
Να δοθεί φωνή
Το εργασιακό μας συμφέρον λοιπόν, αλλά και το σύνολο της προσωπικότητάς μας, θα μας κάνει σήμερα ή όχι απεργούς.
Δεν είναι αυτονόητο. Τίποτα δεν είναι αυτονόητο πια. Ούτε υπάρχει μια γραμμή εξαρτημένου αντανακλαστικού τύπου Παβλόφ που λέει ότι όταν σου κόβουν τον μισθό κάνεις απεργία. Είπαμε, είναι πολλά στο μυαλό μας. Στη σημερινή απεργία όμως αξίζει ειδικά να μετάσχει κανείς, γιατί πρέπει να ακουστεί και μια διαφορετική φωνή από την κυρίαρχη περί «μονοδρόμων». Ναι, την κρίση να την πληρώσουν και αυτοί που κέρδισαν από τα αίτια που τη δημιούργησε. Την κρίση δεν μπορούν να τη διαχειριστούν εκείνοι που είχαν αναλάβει τις πολιτικές αποφυγής τους. Και η κρίση δεν μπορεί να είναι αφορμή για να ξεπεραστούν τα όρια που τέθηκαν μετά από αγώνες χρόνων και χρόνων τον 20ο αιώνα.
Ο δρόμος του τουρισμού
Το περασμένο σαββατοκύριακο ήρθαν φίλοι από τη Θεσσαλονίκη. Γύρισαν μόνοι τους τα Γιάννενα, τους υπέδειξα απλώς λίγο τη χωροταξία της διασκέδασης και του φαγητού και είπα και μερικά ονόματα από μαγαζιά. Καφέ ήπιαν εκεί που πίνουν όλοι, όπως και έφαγαν εκεί που τρώνε όλοι. Και περπάτησαν εκεί που περπατάνε όλοι. Τα τουριστικά Γιάννενα είναι μια σειρά από συγκεκριμένες διαδρομές και στάσεις. Και οι εντυπώσεις που δημιουργούνται είναι σχεδόν στερεότυπες και αναμενόμενες.
Ε, όταν ζεις στην Αθήνα, σου κάνει εντύπωση που κάποιοι έχουν τη λίμνη στα 10 βήματα. Κανείς τους φυσικά δεν θα αναρωτηθεί για τον ευτροφισμό ή τα αστικά λύματα του λεκανοπεδίου.
Ο υποψιασμένος βέβαια επισκέπτης θα δει κι άλλα πράγματα και θα περπατήσει και σε άλλα μονοπάτια. Μόνο που αυτός δεν έχει φωνή και σπάνια θα βρει βήμα να δημοσιοποιήσει τις απόψεις του, καλές ή κακές για την πόλη.
Η κυρίαρχη εικόνα μεταφέρεται μέσα από τα κυρίαρχα ΜΜΕ, γι’ αυτό δεν πρέπει να έχουμε καμιά αμφιβολία. Ξεπερνώντας το δεδομένο, ότι μια σωστή επικοινωνιακή πολιτική πρέπει να ενδιαφέρεται πρωτίστως για τις μειοψηφικές θέσεις και τις αρνητικές εντυπώσεις γιατί μόνο τότε εντοπίζει έγκαιρα και τα πραγματικά προβλήματα, δεν πρέπει να ξεχνάμε και μια αλήθεια: Η κυρίαρχη αντίληψη του επισκέπτη της πόλης μας οδηγεί και σε συγκεκριμένες επιλογές για την ανάπτυξή της. Και πιο απλά: Αν όλοι πάνε στο Μώλο, τότε εκεί θα γίνουν και συγκεκριμένες παρεμβάσεις, είτε σχεδιασμένες είτε όχι. Μπορεί να μην μας αρέσει ότι καλύφτηκε ο Μώλος από τραπεζοκαθίσματα και να νοσταλγούμε ακόμα τον Καραγκιόζη κάτω από τα πλατάνια, αλλά πού θα πιει έναν καφέ και θα συνομιλήσει για λίγο όλος αυτός ο κόσμος που έρχεται στην πόλη; Πού θα παρκάρει, πού θα κοιμηθεί; Αυτά είναι βασικά ερωτήματα.
Έχω την αίσθηση ότι μια βασική διαφωνία που έχουμε στην πόλη για το μέλλον της, προέρχεται ακριβώς από την αδυναμία μας να χωνέψουμε τον τουριστικό της χαρακτήρα. Θέλουμε να βλέπουμε την πόλη σαν μέρος ενός οικοσυστήματος ή ως ένα σύνολο από δράσεις για τη δημιουργική έκφραση του πολίτη, και καλά κάνουμε, αλλά η πόλη μας είναι και κομμάτι μιας βιομηχανίας, όπως αυτή του τουρισμού. Κι αυτό δημιουργεί υποχρεώσεις, συχνά ανυπόφορες, απαραίτητες όμως…
|