Ήπειρος

Η άγνωστη ιστορία ενός προϊστορικού οικισμού

Off

Μία άγνωστη πτυχή της προσπάθειας που έκαναν οι γερμανοί ναζί την περίοδο της παντοδυναμίας του Χίτλερ και των συνεργατών του, να δημιουργήσουν μία νέα θεωρία για την καταγωγή των αρχαίων ελλήνων, σύμφωνα με την οποία οι Άριοι ήταν πρόγονοί τους και είχαν αποικήσει προϊστορικά τον ελληνικό χώρο, πριν  από αυτούς, παρουσιάστηκε το βράδυ της Δευτέρας στον Πολιτιστικό Πολυχώρο Δημ. Χατζής. Πρόκειται για την άγνωστη ιστορία των αρχαιολογικών ανασκαφών στη Μαγούλα Βισβίκη, έναν προϊστορικό οικισμό στη Θεσσαλία, κοντά στο Βελεστίνο, που εντοπίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα από τον τότε αρχαιολόγο Χρήστο Τσούντα.
Στην θέση αυτή, το 1941, ο γερμανός αρχαιολόγος Χανς Ράινερ με εντολή του γερμανικού κράτους με συνεργάτες του πραγματοποίησε ανασκαφική έρευνα που αποκάλυψε πλήθος κινητών ευρημάτων (όστρακα αγγείων, λίθινα και οστέινα εργαλεία, πήλινα ειδώλια και άλλα) και αποσπασματικά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, τα οποία καλύπτουν  ολόκληρη τη Νεολιθική περίοδο έως τις αρχές Πρώιμης Χαλκοκρατίας (6500-3200 π.Χ.). Τα κινητά ευρήματα, εκτός ολίγων κιβωτίων, φυγαδεύτηκαν στη Γερμανία.
Μεταγενέστερα, η συγκεκριμένη μαγούλα τέθηκε κατ’ επανάληψη στο επίκεντρο του αρχαιολογικού ενδιαφέροντος και μάλιστα ο αείμνηστος Έφορος Αρχαιοτήτων Δημήτρης Θεοχάρης πραγματοποίησε ανασκαφές μικρής κλίμακας αναζητώντας τα κτίρια που είχαν εντοπίσει οι Γερμανοί ανασκαφείς κατά την κατοχή, χωρίς, ωστόσο, να επιτευχθεί ο στόχος του.
Μετά το τέλος του πολέμου πολλά από τα κινητά ευρήματα επεστράφησαν στην Ελλάδα, όπου έως σήμερα φυλάσσονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας.
Το Πνευματικό Κέντρο, η Κοσμητεία της Φιλοσοφικής Σχολής του πανεπιστημίου Ιωαννίνων και η Εφορεία Αρχαιοτήτων παρουσίασαν το βράδυ της Δευτέρας το βιβλίο με τίτλο «Οι γερμανικές ανασκαφές του 1941 στην Μαγούλα Βισβίκη στο Βελεστίνο» των Eva Alram Stern, Αγγέλικας Ντούζουγλη, κ.ά των εκδόσεων DR. RUDOLF HABELT GMBH, Βόννη 2015. 
Για το βιβλίο μίλησαν ο προϊστάμενος της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων Κων. Σουέρεφ, η Κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής, καθηγήτρια Αικατερ. Λιάμπη, η προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κιλκίς, Ελένη Κοτζαμποπούλου, ο Γιόζεφ Μαράν, καθηγητής προϊστορίας του πανεπιστημίου της Χαιδελβέργης και ο Κων. Ζάχος επίτιμος έφορος αρχαιοτήτων.

Η απαρχή της αποκάλυψης
Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, η επίτιμος Έφορος Αρχαιοτήτων Αγγέλικα Ντούζουγλη, φοιτήτρια τότε στο  πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, καθ υπόδειξη του καθηγητή της Vladimir Milojčić, ανέλαβε τη μελέτη του αρχαιολογικού υλικού που βρισκόταν στην Αθήνα. Το μοναδικό δημοσιευμένο στοιχείο της ανασκαφής ήταν ένα σκίτσο του ίδιου του Ράινερ στην εφημερίδα «Λαϊκός Παρατηρητής» (Völkischer Beobachter), η οποία ήταν το επίσημο όργανο του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος από την ίδρυσή του μέχρι την κατάρρευση της ναζιστικής Γερμανίας το 1945.  
Η Αγγέλικα Ντούζουγλη επί δυόμιση χρόνια «εγκαταστάθηκε» στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο μελετώντας τα ευρήματα. Δεν κατάφερε όμως ποτέ να ολοκληρώσει την διατριβή της, διότι έλειπαν τα δεδομένα των ανασκαφών που θα τεκμηρίωναν τα συμπεράσματά της. 
Έτσι εντόπισε στην Στουτγκάρδη τον Χάϊνς Ντυρ, τον φωτογράφο της γερμανικής αρχαιολογικής ομάδας, ο οποίος, μετανιωμένος για το ναζιστικό του παρελθόν, της μίλησε για την αποστολή τους να δημιουργήσουν μία νέα θεωρία για την καταγωγή της Άριας φυλής.
Η πραγματική αποκάλυψη ήταν άλλη: όπως εξομολογήθηκε, ακολουθώντας τις εντολές του Ράινερ, αυτός ήταν ένας από τους ανθρώπους που φυγάδευσαν τα αρχαία αντικείμενα στη Γερμανία. Αρχαία, που ούτε ο ίδιος δεν γνώριζε πού είχαν καταλήξει. 
Με την πτώση του τείχους του Βερολίνου ήρθαν στο φως τα καλά κρυμμένα αρχεία των ανασκαφών της κατοχής. 
Η Αγγέλικα Ντούζουγλη, γνωρίζοντας πως ίσως εκεί θα έβρισκε τις απαντήσεις που τόσα χρόνια έψαχνε, ζήτησε την βοήθεια μιας Αυστριακής συναδέλφου, της κυρίας Εύας Άλραμ Στερν ( Eva Alram-Stern) του Ινστιτούτου Αρχαιολογίας Ανατολικών Χωρών και της Ευρώπης της Ακαδημίας Επιστημών της Αυστρίας, και από το 2009 με την χρηματοδότηση του αμερικανικού Ινστιτούτου για την Αιγαιακή Προϊστορία (Institute for Aegean Prehistory) ξεκίνησαν να δουλεύουν από κοινού με μια ομάδα επιστημόνων για την ολοκλήρωση της έρευνας των ανασκαφών στη «Μαγούλα Βισβίκη». 
 Μέχρι που το 2010 μια νέα ανακάλυψη ήρθε να αλλάξει εκ νέου τα δεδομένα. Η αυστριακή αρχαιολόγος είχε μόλις εντοπίσει τις κούτες με τα αρχαία αντικείμενα που είχαν φυγαδευτεί από τον νεαρό Γερμανό φωτογράφο και είχαν καταλήξει στο μικρό υπαίθριο μουσείο «Πφάλμπαουμ» (Pfahlbaumuseum), που είχε ιδρύσει ο ίδιος ο Ράινερ στην πόλη Ουντερουλτινγκεν (Unteruhldingen) στις όχθες της λίμνης Κωνσταντίας ( Bodensee). 
Ο διευθυντής του γερμανικού μουσείου, Γκούντερ Σέμπελ (Gunter Schöbel), ήταν από την πρώτη στιγμή θετικός να επιστραφούν τα αρχαία. Με δική του πρωτοβουλία επικοινώνησε με τη Διεύθυνση Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών του υπουργείου Πολιτισμού και το 2014 τα αντικείμενα επέστρεψαν στην Ελλάδα. 

Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Powerd By  

Εκδοτης & Διευθυντης:
Φωτεινή Τζέκα - Παπαγεωργίου