Πολιτισμός

Για τη νεότητα που αντιστέκεται

Off

Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η παράσταση της «Αντιγόνης» την Κυριακή το βράδυ στο αρχαίο θέατρο της Δωδώνης κι αυτό για παραπάνω από έναν λόγους. Ο κυριότερος είναι ότι παγιώνει τη σχέση του κοινού με τη θεατρική πράξη, σε έναν χώρο που ανοίγει σιγά σιγά ξανά μετά από χρόνια. 
Αυτή η διαρκής σχέση του θεατή με το χώρο της Δωδώνης, ένα ραντεβού που ανανεώνεται κάθε χρόνο, φαίνεται να κάνει σταθερά πλέον βήματα, έχοντας ήδη καταγράψει από πέρυσι σημαντικές παραστάσεις. 
Επιπλέον, αυτήν τη φορά πρόκειται για την «επιστροφή» του Εθνικού Θεάτρου στη Δωδώνη, μία σχέση που αποτελεί στην ουσία τη ζωοποιό δύναμη που μετέτρεψε από τις αρχές του ’60, το χώρο, σε ένα σημείο αναφοράς για τα θεατρικά δρώμενα της πατρίδας μας, με μεγάλες παραστάσεις και με την παρουσία σπουδαίων ηθοποιών. 
Ας μην παραβλέψουμε επίσης ότι πρόκειται για την πρώτη συμπαραγωγή του Εθνικού Θεάτρου με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας και τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, που ανοίγουν έτσι κι ένα δικό τους δρόμο για το μέλλον, από τον οποίο μπορεί να προκύψουν γόνιμα αποτελέσματα.
Η παρουσία του Εθνικού Θεάτρου δεν έχει μόνο συμβολική σημασία για τη Δωδώνη, αλλά και ουσιαστική. Γιατί για το ευρύ κοινό, σηματοδοτεί μια ευκαιρία να παρακολουθήσει μεγάλες παραστάσεις που κατά τεκμήριο έχουν υψηλού επιπέδου παραγωγή και συγκεντρώνουν μερικούς από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της χώρας. 
Με αυτόν τον τρόπο, ανοίγει ο δρόμος και για άλλες παραστάσεις από καλλιτέχνες που έχουν κάτι διαφορετικό να προτείνουν, δομώντας σταδιακά μία ολοκληρωμένη εικόνα για έναν χώρο σαν τη Δωδώνη, που τουλάχιστον για εμάς τους Ηπειρώτες, θα θέλαμε να γίνει εκ νέου τόπος αναφοράς για τον σύγχρονο πολιτισμό της χώρας μας.
Μέσα από αυτήν την οπτική, η παράσταση της Κυριακής, έδειξε ότι ο χώρος αντέχει και μπορεί να αναπτυχθεί κι άλλο ως χώρος παραστάσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι το έργο αναστήλωσης είναι στην ουσία σε εξέλιξη αφού σύντομα θα ξεκινήσει και η δεύτερη φάση που θα δώσει προς χρήση και νέα διαζώματα, πέραν αυτών της κάτω κερκίδας που χρησιμοποιούνται πλέον. Για τον θεατή, οι παρεμβάσεις που έχουν γίνει είναι εμφανείς και αποτελούν μία ζωντανή απόδειξη για το πόσο επιτυχημένο ήταν αυτό το σπουδαίο επιστημονικό, αναστηλωτικό έργο που έγινε στο θέατρο, επιτρέποντάς μας σήμερα όχι απλώς να το επισκεπτόμαστε, αλλά και να το αξιοποιούμε για παραστάσεις. 

Η Αντιγόνη
Η παράσταση τώρα, της Αντιγόνης όπως την είδε ο Στάθης Λιβαθινός- ο οποίος μάλιστα βρέθηκε και στη Δωδώνη την Κυριακή- ήταν από αυτές που σε ικανοποιούν ως θεατή, που σε κάνουν να χαίρεσαι που την παρακολούθησες. Ανεξάρτητα του πώς προσεγγίζει κανείς το αρχαίο δράμα και τη θεατρικοποίησή του σήμερα, η παράσταση ήταν μία ολοκληρωμένη καλλιτεχνική πρόταση που μας επέτρεψε αφενός να ξαναπιάσουμε το νήμα του δραματικού λόγου από εκεί που το είχε ο καθένας αφήσει και αφετέρου να έχουμε την εμπειρία του σύγχρονου θεάτρου που προσπαθεί να μιλήσει στο σήμερα και τις ανάγκες του. Και τελικά αυτό είναι που επιβραβεύτηκε στο τέλος με το διπλό χειροκρότημα προς όλους τους συντελεστές. 
Η κύρια πρόταση της παράστασης, όπως τουλάχιστον την είδαμε εμείς, είναι η σύγκρουση δύο λογικών: Από τη μία ένα πολύ νέο παιδί, ένα κορίτσι που θεωρεί αυτονόητο το ότι θα θάψει τον νεκρό αδερφό του και δεν διστάζει να βγάλει όλη την εφηβική του ορμή και επιθετικότητα προς τον βασιλιά που της αρνείται αυτό το δικαίωμα. Το παιδί που ανασηκώνεται, που αποκτά μια συνείδηση που υπερβαίνει τα όσα μέχρι τότε ίσως θεωρούσε δικά του, αντιμετωπίζει τον Κρέοντα, που και ο ίδιος όμως θεωρεί εξ αρχής ως φυσική απόφαση το να τιμωρήσει εκείνον που επιτέθηκε στην πατρίδα του, την οποία και εννοεί ως ένα σύνολο αρχών, τις οποίες ο ίδιος εκφράζει. Είναι μία σύγκρουση σε πολλαπλά επίπεδα, από τα οποία θα ξεχωρίζαμε μέσα από αυτήν την παράσταση, εκείνο που αναδεικνύει τη δύναμη της νιότης, αλλά και την αδυναμία της τελικά να ζήσει όπως θέλει
Η «Αντιγόνη» είναι ένα έργο πολύ οικείο στο κοινό, από τα σχολικά αναγνώσματα ως τις πολυάριθμες παραστάσεις που το συναντά. Στις κερκίδες θα υπάρχουν πάντα θεατές που το έχουν δει πολλές φορές και έχουν άποψη για το πώς πρέπει να ανεβαίνει, αλλά και θεατές που δεν έχουν ξαναδεί παράσταση αρχαίου δράματος. Ανάμεσα τους υπάρχει επίσης ένα κοινό με μία πολύ μεγάλη γκάμα αποχρώσεων σε εμπειρίες και γνώσεις. Η «Αντιγόνη» του Λιβαθινού, μπορεί και στέκεται τίμια απέναντι σε όλες αυτές τις αποχρώσεις και τις ανάγκες του κοινού, καταφέρνοντας να φέρει και μερικά νέα στοιχεία κάνοντας την παράσταση δείγμα ενός θεάτρου που θέλει να συνομιλεί με όλα τα μεγάλα κείμενα, με θεατρικές παραδόσεις από την υπόλοιπη Ευρώπη και κυρίως με την αισθητική και τις καλλιτεχνικές αγωνίες του σήμερα. Η Αντιγόνη που αντιστέκεται ως νέο παιδί, ή ο Αίμονας που κρατάει τον έρωτα ως στοιχείο ύπαρξης, αλλά και η εξουσία που διατηρείται στο θρόνο της παρουσιάζοντας τις χειρότερες επιλογές της διαρκώς ως «μονόδρομους» και οι πειθήνιοι «γέροντες» που προτιμούν τη «συνέχεια» της πόλης ερήμην των νέων παιδιών της, είναι προφανώς θέματα του σήμερα και όχι υποθέσεις μιας παλιάς, ξεχασμένης ιστορίας. 

Του ΦΙΛΗΜOΝA ΚΑΡΑΜΗΤΣΟY

Powerd By  

Εκδοτης & Διευθυντης:
Φωτεινή Τζέκα - Παπαγεωργίου