Αποχρώσεις

Αποχρώσεις

Off

Προσέχοντας τον δημόσιο χώρο

Καλή είναι η ανακοίνωση του Δήμου για την ανακαίνιση δύο αθλητικών κέντρων της πόλης, σε Κιάφα και Καλούτσιανη. Χρειάζονται οι αθλητικοί χώροι στην πόλη. Πάνω από όλα χρειάζονται οι δημόσιοι χώροι, οι χώροι που να μπορεί ο κάθε πολίτης να εκφράζεται ελεύθερα, να βιώνει τη σχέση του με την πόλη, να αξιοποιεί τον ελεύθερο χρόνο του.

Στην Ελλάδα ο δημόσιος χώρος είναι διαχρονικά υποβαθμισμένος. Κι αυτό όχι για κανένα περίεργο λόγο, αλλά με δύο αιτίες: Η πρώτη είναι ότι και ο ιδιωτικός χώρος ήταν υποβαθμισμένος. Η στέγαση ήταν πάντα ένα πρόβλημα στη χώρα, κυρίως γιατί είχε να κάνει με την εξυπηρέτηση του ιδιωτικού, ατομικού και μόνο συμφέροντος. Από το «κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μου» που έψαχνε και ψάχνει ο φτωχός, μέχρι τα δημόσια κτήρια που δεν μοιάζει να υποβίβαζαν τις ανάγκες και τις υπηρεσίες στο κατώτατο επίπεδο.

Για να κατανοήσουμε πώς συμπεριφερόμαστε στο χώρο, αρκεί να σκεφτούμε το παράδειγμα του παλιού πανεπιστημίου. Μόλις έγινε η μετακόμιση στους νέους χώρους της Δουρούτης, το παλιό κτίριο εγκαταλείφθηκε. Δεν μπήκε απλώς λουκέτο, αλλά απαξιώθηκε τελείως, καταστράφηκε. Γιατί κανείς δεν ενδιαφέρεται για τη δημόσια περιουσία;

Η ανάπλαση των αθλητικών χώρων που θέλει να κάνει τώρα η δημοτική αρχή, έχει προϋπολογιστεί ότι θα κοστίσει μισό εκατ. ευρώ. Δεν είναι λίγα λεφτά και πάλι καλά που έχουν εξασφαλιστεί. Αυτό το ποσό εκφράζει στην ουσία τις ανάγκες συντήρησης αυτών των χώρων όλα αυτά τα χρόνια που δεν λειτουργούν καλά, συν τις νέες ιδέες που θα υλοποιηθεί.

Ίσως όμως ήρθε η ώρα να κινητοποιηθεί και η τοπική κοινωνία, Να μην ζητάει μόνο από τον Δήμο ή το Κράτος «φτιάξτε μου έργα», αλλά να αναλαμβάνει την ευθύνη για τη συντήρηση και τη φύλαξη των χώρων που διαθέτει ήδη. Όχι τίποτα υπερβολικό, αλλά κάτι πιο απλό: Να προσέχουμε όλοι μας από λίγο, εκείνο που μας προσφέρει χαρά και ικανοποίηση. Η προστασία του δημόσιου χώρου και από τους πολίτες είναι  η αρχή και της αυτοδιαχείρισης. 

 

Κάνοντας πως δεν βλέπεις

Γιατί μας φαίνονται ή έστω φαίνονται σε κάποιους, περίεργα όλα αυτά με τη φιλοξενία στη χώρα μας των προσφύγων; Γιατί μας παραξενεύει ο τρόπος και οι μέθοδοι για την υποδοχή τους και την προστασία τους; Γιατί συζητάμε τόσο για τα καμπ, τις ΜΚΟ, την εκπαίδευσή τους; Στο κάτω κάτω 60 χιλιάδες άνθρωποι είναι όλοι κι όλοι σε ένα σύνολο 10 εκατ. κατοίκων αυτής της χώρας;

Υπάρχει μία απάντηση που δεν τη συζητάμε γιατί δεν μας αρέσει. Και η πρώτη εκδοχή της είναι ότι δεν κάναμε όσα έπρεπε να κάνουμε ως πολιτισμένη, ευρωπαϊκή χώρα όταν είχαμε μεγαλύτερο θέμα, με τους εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες από την Αλβανία κι αργότερα κι από άλλες χώρες. Και τότε οφείλαμε να πάρουμε μέτρα, αλλά δεν πήραμε όσα έπρεπε. Κάναμε πως δεν βλέπαμε. 

Η σημαντικότερη εκδοχή όμως είναι ότι εθιστήκαμε στην εκμετάλλευση του μετανάστη. Μάθαμε μετά το ’90 ότι ο «ξένος» μπορεί να δουλεύει χωρίς λεφτά, χωρίς ασφάλεια, χωρίς καλή στέγη. Συνηθίσαμε  να βγάζουμε «κέρδος» από τον μετανάστη, άλλος για να σηκώσει έναν τοίχο ή μια στέγη στο χωριό, κι άλλος για αυξήσει την παραγωγή στη μονάδα.

Γι’ αυτό και τώρα, κάμποσοι, που βλέπουν όλη αυτήν την πανευρωπαϊκή εκστρατεία για την προστασία ενός εκάστου πρόσφυγα «παραξενεύονται». Έλα μωρέ που θέλει δωμάτιο σε ξενοδοχείο ο «ξένος», λένε, «έχουμε και δικούς Έλληνες ανέργους» συμπληρώνουν. Και πάλι, πολλοί είναι εκείνοι που κάνουν πως δεν βλέπουν. Με τη διαφορά ότι τώρα είναι και πολλοί εκείνοι που βλέπουν. 

Γράφει ο ΦΙΛΗΜΩΝ ΚΑΡΑΜΗΤΣΟΣ

fkaramitsos@yahoo.gr

OAED

Είσοδος

Powerd By  

Εκδοτης & Διευθυντης:
Φωτεινή Τζέκα - Παπαγεωργίου