Επικαιρότητα

Το χρονογράφημα της Παρασκευής

Off

Το σύνδρομο του καναπέ

Βγαλμένο από το ρεπορτάζ των Μέσων του Γραπτού και του Ηλεκτρονικού Τύπου το θέμα του σημερινού χρονογραφήματος. Θέμα του ποιο άλλο από την πανεργατική απεργία της Τετάρτης  που μας πέρασε. Διαβάζουμε σχετικά: «Λουκέτο βάζει ο ιδιωτικός τομέας την Τετάρτη 2 Οκτωβρίου ενώ και ο δημόσιος τομέας θα υπολειτουργήσει λόγω της στάσης εργασίας απο τις 11 το πρωί και μετά. 

Ειδικοτερα απεργούν οι εργαζόμενοι σε λιμάνια, λογιστές, οικοδόμοι, ενώ απο τις 11 το πρωί κατεβάζει ρολά ο δημόσιος τομέας, εργαζόμενοι σε δήμους, εφορίες, νοσοκομειακοί γιατροί, πολεοδομίες, νομαρχίες, δάσκαλοι και καθηγητές. Η απεργία αποτελεί αντίδραση στο Αναπτυξιακό νομοσχέδιο και τις αντεργατικές ρυθμίσεις για τα εργασιακά και το συνδικαλιστικό νόμο, που προωθεί η κυβέρνηση για ψήφιση στη Βουλή».

Το κάλεσμα σαφές, η ανταπόκριση υπό συζήτηση. Όχι πως δεν ήταν μαζική η συμμετοχή, ούτε και πώς δεν υπήρξε μαχητική. Το θέμα είναι ότι τα τελευταία χρόνια οι απεργιακές κινητοποιήσεις δεν έχουν τη μαζικότητα ούτε και τη μαχητικότητα των προηγούμενων δεκαετιών. Και το οξύμωρο είναι ότι τότε δεν διακυβεύονταν ο «επιούσιος», όπως την τελευταία δεκαετία, αποτέλεσμα της μνημονιακής λαίλαπας και της πειραματοποίησης του ελληνικού λαού από τους λεγόμενους «Θεσμούς» στο όνομα της οικονομικής κρίσης, αλλά η βελτιστοποίηση του ήδη υψηλού βιοτικού μας επιπέδου. 

 

Τα αίτια πολλά, με κυριότερο τον προϊόντα εκφυλισμό του συνδικαστικού κινήματος από τον εναγκαλισμό του με την εκάστοτε πολιτική εξουσία. Με άλλα λόγια, η κομματικοποίηση του συνδικαλισμού, παύοντας να είναι ουσιαστικά ακηδεμόνευτος. Εξίσου μείζονος σημασίας λόγος γι΄ αυτή την απίσχνανση του λαϊκού κινήματος είναι η απογοήτευσή του από τις πολιτικές των εναλλασσόμενων πολιτικών δυνάμεων στην εξουσία. Η διάχυση μιας γενικευτικής- σχεδόν ισοπεδωτικής- αντίληψης πως «όλοι το ίδιο είναι», δημιούργησε την αίσθηση της ματαιότητας των όποιων κινητοποιήσεων. Εξάλλου, η ομηρία των νέων από τη σύχρονη Κίρκη των ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας έχει αφυδατώσει την εξ ορισμού ( από τη φύση τους) αγωνιστικότητά τους. Η πλήρης απορρόφησή τους και με τις ώρες από την οθόνη του κινητού , του λάπτοπ και του ηλεκτρονικού υπολογιστή και τα προγράμματά τους: το facebook, το instagram και τα λοιπά σαγηνευτικά «άσματά» τους, έχει αποκόψει τους νέους από την πραγματικότητα και από όσα τεκταίνονται γύρω τους. Τελικά, όσοι διαχειρίζονται και νέμονται την πολιτική και οικονομική εξουσία παγκοσμίως, βρήκαν στα μέσα αυτά τον καλύτερο σύμμαχό τους. Είναι φορές που νιώθεις πως δεν αντιλαμβάνονται τι τους γίνεται, τόσο αποκομμένοι από την πραγματικότητα είναι, «χαμένοι στον κόσμο τους». Κλασική περίπτωση συνεπειών, όταν περνάει κανείς από τη χρήση του μέσου στην κατάχρησή του.Η «ευλογία» που μετατρέπεται, σύμφωνα με τον Πασκάλ, σε «κατάρα». Τέλος, δε θα μπορούσαμε να μη συμπεριλάβουμε στον κατάλογο των ως άνω γενεσιουργικών αιτίων και την «ιδιώτευση» του σημερινού ανθρώπου. Πάψαμε οι πολλοί να ενδιαφερόμαστε για τα κοινά, εγκλωβισμένοι σ΄ ένα υπερτροφικό εγώ και λησμονώντας την επισήμανση του Θουκυδίδη στον Επιτάφιο του Περικλή πως « τον μηδέν τωνδε μετέχοντα , ουκ απράγμονα, αλλά αχρείον νομίζομεν», εκείνον που αδιαφορεί για τις κοινές υποθέσεις, όχι φιλήσυχο, αλλά άχρηστο πολίτη θεωρούμε.   

Έτσι, λοιπόν, και στην προκείμενη περίπτωση, στο όνομα μιας άναρχης( με κάθε τρόπο και μέσο) ανάπτυξης, υπακούοντας στα κελεύσματα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων , όπως συμβαίνει τα τελευταία μνημονιακά χρόνια, η Κυβέρνηση, έφερε προς ψήφιση στη Βουλή το λεγόμενο Αναπτυξιακό Νομοσχέδιο, επιχειρώντας τη χειραγώγηση της λειτουργίας του συνδικαλιστικού κινήματος και την ισοπέδωση έτι περαιτέρω των εργασιακών δικαιωμάτων, τα οποία φυσικά δεν ήρθαν ως μάνα εξ ουρανού, αλλά κατακτήθηκαν στο χρόνο με σκληρούς, ακόμη και αιματηρούς, εργατικούς αγώνες. Αλλιώς,δεν μπορεί να εξηγηθεί πώς νέοι εργαζόμενοι και μάλιστα πτυχιούχοι, κάτοχοι δύο και τριών μεταπτυχιακών τίτλων, γνώστες ξένων γλωσσών-  οι σημερινοί νέοι είναι δίχως αμφιβολία οι πλέον πολυπροσοντούχοι από κάθε άλλη γενιά- να συμβιβάζονται με απολαβές και μισθούς τριτοκοσμικής χώρας. Η «καραμέλα», από ένα σημείο και μετά, της κρίσης, έγινε το «επιχείρημα» της μεγάλης εργοδοσίας για τη δική τους κερδοσκοπία. Τα οικονομικά στοιχεία εν προκειμένω είναι αμείλικτα: τα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων όλα αυτά τα μνημονιακά χρόνια αυξήθηκαν πάνω από 20% . Μακριά από  μας η δαιμονοποίηση της επιχειρηματικότητας, του «επιχειρείν», τουναντίον μάλιστα, τους αδηφάγους επιχειρηματίες μεμφόμαστε.  

 

Καιρός, ύστερα από όλα αυτά, να απαλλαγούμε από το «σύνδρομο του καναπέ» και να διεκδικήσουμε ως εργαζόμενοι, είτε στον Ιδιωτικό είτε στον Δημόσιο τομέα, ως συνταξιούχοι- ξεχασμένα «περήφανα γερατειά»- αυτά που δικαιωματικά μας ανήκουν. Ιδιαίτερα οι νέοι, «στα χέρια των οποίων» από τη φύση τους «τραγουδούν οι σημαίες», κατά τον ποιητή, ελπίδα και προσδοκία κάθε κοινωνίας, οφείλουν να πρωτοστατήσουν στη διεκδίκηση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης για κάθε άνθρωπο, όπως άλλωστε, έστω και αν δεν το εννοούν, ευαγγελίζονται με πομπώδη τρόπο όλοι οι πολιτικοί  ηγέτες, από την Ανατολή ως τη Δύση και από το Βορρά ως το Νότο.  

Του Γιάννη Γιώσα, Φιλόλογου- Συγγραφέα 

Powerd By  

Εκδοτης & Διευθυντης:
Φωτεινή Τζέκα - Παπαγεωργίου