Αποχρώσεις

Το αίτημα για μία εμβάθυνση στον ελληνικό 20ο αιώνα

Off

Ο Ιστορικός και αν. Καθηγητή Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Βαγγέλης Καραμανωλάκης με το βιβλίο του «Ανεπιθύμητο παρελθόν: οι φάκελοι κοινωνικών φρονημάτων στον 20ο αιώνα και η καταστροφή τους» (εκδόσεις Θεμέλιο) γράφει κάτι πολύ παραπάνω από την ιστορία της καταστροφής των φακέλων το 1989. Γράφει για τη σύγχρονη πολιτική ιστορία του τόπου μας, μεταφέροντας το επιστημονικό του ενδιαφέρον πολύ κοντά στα νωπά γεγονότα που γνωρίζουμε κι εμείς- τουλάχιστον όσοι βρίσκονται κοντά στα 50 και παραπάνω. Υπάρχουν κι άλλες έρευνες που ανοίγουν τα κεφάλαια της ιστορίας μας μετά το 1974 και παράλληλα με μερικές πολύ ενδιαφέρουσες θεωρήσεις του 20ου αιώνα που εκδόθηκαν την τελευταία πενταετία, συγκροτούν ένα νέο σώμα ιστορικής έρευνας, καλοδεχούμενο προφανώς.

Η ιστορία των φακέλων πολιτικών φρονημάτων στην Ελλάδα είναι στην ουσία η ιστορία δημιουργίας από το κράτος ενός «εσωτερικού εχθρού» και η αντιμετώπισή του. Αν και οι φάκελοι μαζί με τις δηλώσεις μετανοίας που είχαν στόχο να εκβιάσουν ψυχολογικά τους κομμουνιστές και προοδευτικούς ανθρώπους έρχονται από την προπολεμική περίοδο, η δεκαετία του ’40 είναι ένα ορόσημο. Η ανάπτυξη στην Ελλάδα ενός από τα μεγαλύτερα αντιστασιακά κινήματα της Ευρώπης, στο οποίο ηγείται το κομμουνιστικό κίνημα, σε συνδυασμό με τον εμφύλιο που ακολουθεί, προκαλεί μία πρωτόγνωρη αντίδραση από το κράτος, στις δεκαετίες που ακολουθούν με το φακέλωμα. Πάνω από 17 εκατ. φάκελοι συγκροτούνται σταδιακά για ένα πληθυσμό που δεν ξεπερνούσε τα 10 εκατ. Απίστευτο. Και η μοναδικότητα της Ελλάδας είναι ότι σε σχέση με τις δικτατορίες της Ν. Αμερικής ή τα ολοκληρωτικά καθεστώτα της Ανατ. Ευρώπης, στην Ελλάδα το φακέλωμα ήταν επίσημη κρατική πολιτική και σε καιρούς δημοκρατίας.

Ο Β. Καραμανωλάκης κάνει μία πολύ εκτεταμένη και λεπτομερή έρευνα στο πώς οδηγηθήκαμε σε τόσο μαζικό κάψιμο του συνόλου των φακέλων, την ώρα που σε όλο τον κόσμο τα κράτη έψαχναν κι ακόμα ψάχνουν, να βρουν τρόπους να διατηρήσουν αυτό το υλικό και να το καταστήσουν προσβάσιμο σε πολίτες και ερευνητές. Αναλύει επίσης όλες τις πιθανές εξηγήσεις για το γιατί δεν αντέδρασε μαζικά η κοινωνία στο κάψιμο το 1989, παρά τις κομματικές αντιπαραθέσεις της εποχής- στη Γερμανία για παράδειγμα υπήρχαν και διαδηλώσεις ακόμα έξω από τα γραφεία της Στάζι για να μην πολτοποιηθούν υλικά.

Δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι το περιεχόμενο των φακέλων δεν ήταν παρά ένας σωρός από «ψέμματα». Κι αυτό γιατί στόχο είχαν να ορίσουν ως προδότες και εκτός θεσμικού πλαισίου, πολίτες που κατά βάση ήταν αριστεροί, αν και όχι μόνο.

Παρ’ όλα αυτά, μία επιστημονική προσέγγιση με ένα κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο θα μπορούσε να ερευνήσει και σε αυτό το υλικό, την ιστορία της Ελλάδας τον 20ο αιώνα. Ακόμα και η χαρτογράφηση του κρατικού μηχανισμού που εμπλεκόταν στην ιστορία αυτή, με το τεράστιο δίκτυο και τα πλοκάμια του σε όλο το φάσμα των θεσμών, θα έδινε πολλά στοιχεία.

Παρ’ όλα αυτά, το ΠΑΣΟΚ αρχικά το 1984 που νομοθέτησε σχετικά (για να αλλάξει γνώμη το 1989) και η συγκυβέρνηση της ΝΔ με τον Συνασπισμό το 1989 αποφάσισαν ότι είναι καλύτερα να καούν οι φάκελοι.

Είναι πιθανό, μία σιωπηρή κοινωνική πλειοψηφία, να ήθελε τελικά να γυρίσει σελίδα. Η αναγνώριση του ΚΚΕ και το τέλος των πιστοποιητικών φρονημάτων από τον Καραμανλή το 1974, η αναγνώριση της παλλαϊκής εθνικής αντίστασης το 1982 από το ΠΑΣΟΚ και η αποδοχή της περιόδου 1946- 1949 ως Εμφυλίου χωρίς διαχωρισμούς μεταξύ των δύο πλευρών, από το κράτος το 1989, να θεωρήθηκαν ως ορόσημα, αρκετά για να περάσει η χώρα σε μία νέα φάση. Είναι μία λογική σκέψη με τόσα που είχε περάσει αυτός ο τόπος.

Παρ’ όλα αυτά, η ιστορία δεν υπάρχει για «δικαιώνει» εκ των υστέρων, αλλά για να αναδεικνύει τις συνθήκες και τις δυναμικές μέσα από τις οποίες εκδηλώθηκαν γεγονότα που καθόρισαν την πορεία της χώρας, όπως έγινε τη δεκαετία του ’40. Κι αυτή η αίσθηση εκκρεμότητας, ότι δεν γνωρίζουμε ακόμα όλο το εύρος και το βάθος του ελληνικού 20ου αιώνα, ίσως να απαιτεί και ακόμα περισσότερη ιστορική και διεπιστημονική έρευνα. Ας το έχουμε στο νου μας κι αυτό…

 

Το στοίχημα της εξόδου

Τη Δευτέρα πήγα για πρώτη φορά μετά από πάνω από ένα χρόνο σε εκδήλωση σε κλειστό χώρο. Ήταν λίγο περίεργα. Έτσι κι αλλιώς αποφεύγω συναντήσεις και χώρους με αγνώστους πέρα από όσα έχουν σχέση με τις ανάγκες της δουλειάς. Είναι αυτό το φαινόμενο, μάλλον περισσότερο ελληνικό, όσοι έχουν εμβολιαστεί να προσέχουν περισσότερο από όσους αρνούνται.

Αλλά, ούτε μέσα στο σπίτι θα κλειστούμε για πάντα, ούτε τις ευκαιρίες για κοινωνικές συναναστροφές και ερεθίσματα πολιτισμού και ψυχαγωγίας πρέπει να χάνουμε.

Σίγουρα πάντως ένα μεγάλο μέρος του κόσμου, φοβάται τις εκδηλώσεις, ακόμα κι αν ξέρει ότι τηρούνται τα μέτρα. Είδαμε ακόμα και το καλοκαίρι, πολλούς να προσέχουν στις εξόδους τους. Και καλώς κάνουν που αυτοπροστατεύονται οι άνθρωποι, το ερώτημα όμως είναι πώς θα ζήσουμε το επόμενο διάστημα ως κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα.

Πώς θα ζήσουμε μαζί με άλλους ανθρώπους που έχουν ανάγκη τον δημόσιο χώρο και τις συναντήσεις και δεν θα μείνουμε αποκλεισμένοι για μία ακόμα χρονιά στα σπίτια μας μπροστά στις οθόνες μας.

Θα είναι ένα από τα ερωτήματα και τα στοιχήματα των επόμενων μηνών…

Γράφει ο ΦΙΛΗΜΩΝ ΚΑΡΑΜΗΤΣΟΣ

fkaramitsos@yahoo.gr

Powerd By  

Εκδοτης & Διευθυντης:
Φωτεινή Τζέκα - Παπαγεωργίου