Αποχρώσεις

Προβλήματα μεταξύ καθολικού και υποχρεωτικού

Off

Η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού έρχεται όλο και περισσότερο εγγύτερα του κέντρου των συζητήσεων που γίνονται διεθνώς για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Όλο και περισσότερες χώρες εφαρμόζουν μορφές της υποχρεωτικότητας, ορίζοντας ηλικιακές ομάδες ή επαγγελματικούς κλάδους που θεωρείται ότι πρέπει να προστατευτούν ώστε αφενός να μην νοσήσουν βαριά και αφετέρου να συμβάλλουν στο συλλογικό τοίχος ανοσίας.

Η εμφάνιση δε, της νέας παραλλαγής «Ο» μοιάζει να επιταχύνει τις εξελίξεις.

Η δημόσια αυτή συζήτηση έχει ήδη προχωρήσει σε βαθύτερα πιο πολύπλοκα προβλήματα που προκύπτουν, αφήνοντας πίσω τις πρώτες αντιρρήσεις που είχαν να κάνει με τον αυταρχισμό οριζόντιων μέτρων ή τον φόβο ότι δεν είναι καν αποδοτικό ένα τέτοιο μέτρο.

Είναι σαφές ότι τα περισσότερα κράτη, δεν μπόρεσαν να δώσουν θετικά κίνητρα για να αυξήσουν τον ρυθμό εμβολιασμού και βρέθηκαν στην έξαρση του τέταρτου κύματος, χωρίς εναλλακτικές και εργαλεία στα χέρια τους. Η υποχρεωτικότητα μοιάζει ως εύλογη, αλλά και εύκολη επιλογή, η οποία και μεταβιβάζει πια την ευθύνη στον ίδιο τον πολίτη, ο οποίος καλείται να αποφασίσει και υπό το βάρος συνεπειών όπως η απώλεια της εργασίας του ή ένα χρηματικό πρόστιμο.

Από την άλλη πλευρά, διλήμματα έχουν και όσοι είναι υπέρ μεν του καθολικού εμβολιασμού, αλλά όχι της υποχρεωτικότητας. Αναγνωρίζουν δηλαδή τη σημασία της μαζικής συμμετοχής στο εμβολιαστικό πρόγραμμα ώστε να υπάρχουν οφέλη για το σύνολο της κοινωνίας, δεν έχουν όμως αντιπρόταση στην περίπτωση που ευμεγέθεις μειοψηφίες αρνούνται το εμβόλιο όπως γίνεται στην Ελλάδα. Τι γίνεται με το σύστημα Υγείας σε αυτήν την περίπτωση και ποια είναι τα όρια των αντοχών του; Και πόσο να αντέξει μία κοινωνία από την παράταση του χρόνου που χρειάζεται η ύφεση της διασποράς του ιού; Για παράδειγμα, τι θα γίνει αν αύριο ένα 40% του πληθυσμού αρνείται όχι μόνο τα εμβόλια, αλλά και τα νέα φάρμακα ή τις νοσοκομειακές θεραπείες;

Και έτσι ερχόμαστε πιο κοντά στη φύση των πολιτικών προβλημάτων που προκύπτουν από τη διαχείριση μίας κρίσης που δεν φαίνεται να έχει ορατό τέλος; Πώς μπορείς να κάνεις πολιτική υπέρ του συνόλου της κοινωνίας, όταν ένα μεγάλο μέρος της δεν θέλει να συμμετάσχει σε μία τέτοια πολιτική; Κι επιπλέον, γιατί η πολιτική σου δεν περιέχει και άλλες επιλογές που ίσως να έρχονται σε σύγκρουση με τα κύρια πιστεύω σου, όπως πχ στην έλλειψη πίστης στις φιλελεύθερες κυβερνήσεις σε ένα ενισχυμένο κρατικό σύστημα Υγείας, όταν η πράξη δείχνει ότι αυτή η επιλογή έχει αποτέλεσμα;

 

Θα μας μείνει η ανάμνηση του φόβου

Έχουμε ήδη αντιληφθεί ότι και αυτές τις γιορτές θα τις περάσουμε μόνοι μας ή έστω χωρίς ανοιχτές «επαφές». Όπου στο επαφές, στη νέα ορολογία που μας έμαθε η πανδημία, βάλτε ακόμα και κοντινούς μας συγγενείς που θα αποφύγουμε να τους δούμε από την έγνοια μας μην πάθουν κάτι.

Φτάσαμε στο σημείο να έχουμε κάνει τρεις δόσεις εμβολίων και σχεδόν κάθε εβδομάδα να κάνουμε και ένα τεστ, και όμως δεν έχουμε λύση για το γιορτινό τραπέζι. Φοβόμαστε… Και απορούμε που υπάρχουν τόσοι γύρω μας ανέμελοι που είναι βέβαιοι ότι «δεν υπάρχει πανδημία» κι ότι δεν έπρεπε να γίνονται όλα αυτά «για μία ίωση». Άλαλα τα χείλη…

Το πρόβλημα όμως, μοιάζει να γίνεται βαθύτερο. Γιατί μπαίνοντας βαθιά πια μέσα στον χρόνο και τον τρόπο της απόστασης, στο τέλος συνηθίζουμε και την έλλειψη επαφής. Όταν φτάνει Σάββατο βράδυ και λέμε, άστο δεν πάμε πουθενά έτσι που έχει γίνει η κατάσταση με τα κρούσματα, δεν θα είναι και εύκολο να αλλάξουμε όταν με το καλό θα έχει φύγει ο κίνδυνος και δεν θα υπάρχει λόγος να τηρούμε μέτρα.

Όχι ότι δεν θα βγούμε έξω ή δεν θα κάνουμε ένα τραπέζι γιορτής όταν δεν θα υπάρχει πια η πανδημία. Θα επανέλθουμε. Θα έχουμε όμως μέσα μας ένα κράτημα. Το μυαλό μας, το σώμα μας, η ψυχή μας, θα «θυμούνται» τους καιρούς του φόβου, των δισταγμών και της απόστασης. Δεν θα είναι εύκολο να αφήσουμε πίσω αυτή τη «θύμηση».

Γράφει ο ΦΙΛΗΜΩΝ ΚΑΡΑΜΗΤΣΟΣ

fkaramitsos@yahoo.gr

Είσοδος

Powerd By  

Εκδοτης & Διευθυντης:
Φωτεινή Τζέκα - Παπαγεωργίου