Επικαιρότητα

Γιαννιώτικες Ιστορίες

Off

Κατασκήνωση στο Νησί, μπάνια στη Λίμνη

Με μαγεύουν τα βουνά, τα φαράγγια, οι ρεματιές, τα δάση, τα ποτάμια, τα λιβάδια, τα ξέφωτα, μα πιο πολύ οι κορυφές των βουνών.

‘Όμως, ένα από αυτά που με ευχαριστούν είναι οι βόλτες στην παραλία της Λίμνης μας. Μετά να κάθομαι στις πέτρες, εκεί κάτω από τα σκαλάκια. Κλείνω τα μάτια και νομίζω πως είμαι στην τότε παραλία, όταν  ήμουν μικρός. Θυμάμαι την αμμουδιά, τις δρομίτσες, τους τηλιανούς, να τινάζονται στα ρηχά και εμείς με τενεκέδες, τα χέρια μας, να τις πιάνουμε. Πολλές εικόνες, έρχονται και φεύγουν.

Κοιτάζω το Μιτσικέλι με τα ωραία του και το Νησί, με τις πολλές ομορφιές του. Το βλέμμα μου σταματά στο άπλωμα, κάτω από τον ναό της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος και το κτήριο της τότε Ιερατικής σχολής (σήμερα βιβλιοθήκη και συνεδριακό κέντρο) .    

Ο τόπος ήταν λουσμένος με ένα διαφορετικό φως, πολλά χρώματα, αλλιώτικη μυρωδιά, ομορφάδα ανακατεμένη με μια ηρεμία και αγριάδα. Οι ανάσες του Νησιού, σκορπούσαν μυρωδιές που ξεχύνονταν από παντού με τους δικούς τους ρυθμούς. Η συναυλία από τα μπακακάκια, ήταν μια γνωστή, αλλά πιο δυνατή, εκεί.

Το κτήριο που είναι τώρα συνεδριακό κέντρο, ήταν τότε τα μεγάλα δωμάτια  όπου κοιμόμαστε όλοι οι κατασκηνωτές, για ένα μήνα, στρωματσάδα. Σε δυο μικρά δωμάτια, κοιμόταν ο αρχηγός και ο υπαρχηγός. Κάτω από το κτήριο και έξω από αυτό, ήταν τα μαγειρεία και οι χώροι όπου τρώγαμε. Εκεί κοντά έμεναν και όσοι βοηθούσαν στην κατασκήνωση. Πιο πέρα ο χώρος που παίζαμε.

Τα πρωινά μετά την προσευχή, την αναφορά, και τη γυμναστική, παίρναμε το πρωινό μας. Όλοι ήθελαν και άλλο. Όταν είχε περίσσευμα, κάθε μέρα το μοιραζόταν και άλλη ομάδα.

Πολλοί από τους κατασκηνωτές έτρωγαν το φαγητό που μας έδιναν, καθισμένοι στα πεζούλια, σε κάποια πέτρα, στο χώμα, στα χόρτα.

Τα μεσημέρια είχε ησυχία, ύπνο, σιωπηλές απασχολήσεις, ζωγραφική με νερομπογιές… Κάποιες ζωγραφιές ήταν έργα τέχνης!

Τα παιχνίδια μας, τα τραγούδια μας, οι χοροί μας γύρω-γύρω απ’ τη φωτιά, οι τσουβαλοδρομίες, οι σκυταλοδρομίες, οι αγώνες στίβου, το ποδόσφαιρο, οι θεατρικές παραστάσεις που παρουσίαζε κάθε ομάδα, μας έκαναν να λέμε: “Πότε νύχτωσε πάλι”.

Εμάς τους Καστρινούς πιο πολύ μας ενδιέφερε το φαΐ.

Μας έδιναν και παστίλιες με μουρουνέλαιο. Πολλοί από μας τις πετούσαμε και άλλοι τις απολάμβαναν σαν καραμέλες. Ο αδελφός μου τις έσπαγε με τα δόντια και τις ρουφούσε.

Η ομάδα  των Καστρινών είχε επιβάλει να μη πετάμε σκουπίδια έξω από τα ορισμένα βαρέλια. Έτσι απαλλαχτήκαμε από το να μαζεύουμε σκουπίδια από το χώρο.

Κάθε μεσημέρι, αφού τελείωναν οι δουλειές που είχε κάθε ομάδα, ερχόταν οι Βενζίνες  και μας έπαιρναν για το καθορισμένο μπάνιο, με τις πετσέτες μας, τα μαγιό μας. Οι Βενζίνες ερχόταν στην παραλία της κατασκήνωσης. Η κάθε ομάδα πριν ξεκινήσουμε έλεγε την κραυγή της. Οι Καστρινοί έλεγαν:

Α Μπουμ. Α μπουμ. Μπουμ τρικιτές, μπουμ τρικιτές

Μπου ματα, μπου ματα, μπου ματά τες

Καστρινοί. Καστρινοί εργατικοί.

Ι ουά, ι ουά.

Πάντα πρώτοι στη δουλειά.

Ι κι α κακά ιά, Ι κι α κακά ιά

Όλοι μαζί με μια φωνή, Κα-στρι-νοι.

Και χειροκροτούσαμε όλοι.

Στη διάρκεια της βαρκάδας, η κάθε βενζίνα, έλεγε τραγούδια, ανέκδοτα, αινίγματα… Όποιος έλεγε το καλύτερο ανέκδοτο, ή  τραγούδι, κέρδιζε ένα σοκολατάκι ή καραμέλα, ο τυχερός. Δεν γινόταν παράπονα, δεν αμφισβητούσαμε την κρίση του ομαδάρχη. Πολλοί θαυμάζαμε το Κάστρο, τα Γιάννινα!

Όταν φθάναμε στο Λασπότοπο, με το σύνθημα του ομαδάρχη, από όλες τις μεριές της Βενζίνας, πέφταμε στη Λίμνη. Πανζουρλισμός, χαρούμενες φωνές αλλά και παράπονα.

Αφού κολυμπούσαμε μισή ώρα άρχιζαν τα παιχνίδια στο νερό, αγώνες ταχύτητας, μακροβούτια, 

Μετά είχε φασίες! Ο κάθε ένας, με την επίβλεψη των ομαδαρχών, έκανε επίδειξη των ικανοτήτων του. Βουτιές από τη Βενζίνα, τούμπες μπροστινές ή ανάποδες, απλές, διπλές, τριπλές. Ποιος θα σηκώσει το μικρότερο κύμα στο πήδημά του, από τη Βενζίνα, το πήδημα του αετού, κατακόρυφη πτώση (με το κεφάλι), με την πλάτη, με…

Ο νικητής της κάθε Βενζίνας είχε σαν έπαθλο δυο σοκολατάκια ή δυο καραμέλες ή διπλή φέτα με μαρμελάδα.

Την πρώτη φορά που πήγαμε εκεί, μου έκανε εντύπωση, όπως και σε άλλους, το ότι μόλις πατήσαμε μέσα στη Λίμνη, είχε λάσπη ο πάτος της σε αυτό το μέρος, μια πιθαμή και! Παραξενευτήκαμε, γιατί ήμασταν μαθημένοι από πέτρες και άμμο, στο επτά  πυροβολείο, στο βαρέλι, στο δώδεκα.

Στο γύρισμα πάλι τραγούδια, ανέκδοτα…

Μετά στην κατασκήνωση, πλενόμαστε με σαπούνι, πλέναμε τα μαγιό μας (πάνινα βρακιά), τις πετσέτες μας (όσοι είχαν).

Όταν κάναμε μπάνια στη Λίμνη, οι δικοί μας για να δουν αν κάναμε μπάνιο όταν μας το απαγόρευαν με το νύχι τους έξυναν την επιδερμίδα μας, στο μπράτσο μας και αν χαραζόταν άσπρη γραμμή, ήταν απόδειξη πως είχαμε κάνει μπάνιο.

Τις Κυριακές στην εκκλησία είχε Θεία Λειτουργία και μετά γινόταν οι επισκέψεις, γονέων, συγγενών… των κατασκηνωτών. Οι πιο πολλοί δεν είχαμε επισκέψεις, αλλά ούτε και μας ένοιαζε, είχαμε φαΐ.

Όμορφες μέρες, αξέχαστες, με ξεγνοιασιά.

Τα βράδια κοιμόμασταν με τις μουσικές. Από τη μια μεριά η μπάντα των τζιτζικιών και από την άλλη η συναυλία από τα μπακακάκια.

Κάθε απόγευμα αργά-αργά ο Ήλιος βούλιαζε στη Λίμνη , το σούρουπο κρατούσε και μετά φαινόταν ο Αποσπερίτης, κι εμείς μετράγαμε τις μέρες που έφευγαν, δε θέλαμε να τελειώσουν

Γράφει ο Γιώργος Μακρίδης

OAED

Είσοδος

Powerd By  

Εκδοτης & Διευθυντης:
Φωτεινή Τζέκα - Παπαγεωργίου