Αποχρώσεις

Αποχρώσεις

Off

Η προσαρμογή παράγει πολιτική

Γιατί με όσα συμβαίνουν και όσα μαθαίνουμε ότι θα συμβούν, δεν κατεβαίνει στο δρόμο ο κόσμος διαμαρτυρόμενος; Γιατί τόσοι πολλοί λένε ότι «δεν πάει άλλο», αλλά δεν εκδηλώνουν δημόσια την αγανάκτηση ή την οργή τους;Για δύο λόγους.

 

Ο πρώτος είναι ότι το έχουν ξανακάνει πολλές φορές από το 2010 ως το 2012, αλλά δεν άλλαξε τίποτα, δεν κέρδισαν τίποτα. Θυμάμαι φίλο που κατέβαινε σε όλα τα μεγάλα συλλαλητήρια στην Αθήνα, δεν είχε χάσει το αγωνιστικό του φρόνημα, αλλά είχε κουραστεί να τρώει τα «χημικά» την ώρα που οι συνθήκες διαβίωσή τους άλλαζαν συνέχεια προς το χειρότερο.

 

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι δεν προέκυψε καμία άλλη βιώσιμη εναλλακτική πολιτική, πέραν αυτής της μνημονίων. Καμία κυβέρνηση στην Ευρώπη και καμία από τις μεγάλες πολιτικές ομάδες δεν πρότεινε κάτι διαφορετικό επί της μορφής, αλλά και επί του περιεχομένου μικρές ήταν οι παρεμβάσεις. Κυρίως γιατί δεν άλλαξε σε καμία φάση και ο συσχετισμός εξουσίας στην Ευρώπη. Αν δεν μπορείς να αλλάξεις την πολιτική Σόιμπλε πώς θα ζητήσει και αλλαγή των μνημονίων για την Ελλάδα.

 

Είτε αποδέχεται κάποιος αυτά τα δύο δεδομένα είτε όχι, η πραγματικότητα είναι ότι διαμορφώνεται ένα νέο πλαίσιο, πάνω στο οποίο προσαρμόζεται και η κυβέρνηση και τα μείζονα ελληνικά κόμματα. Η Ελλάδα προσαρμόζεται πλέον στην πραγματικότητα που έχει μπροστά της, γειώνεται, εξετάζει τα βήματά της πάνω στα ισχύοντα.

 

Σε πολιτικό επίπεδο, δεν υπάρχει ομοφωνία. Άλλη είναι η προσέγγιση του ΣΥΡΙΖΑ άλλη της ΝΔ. Η προσαρμογή όμως είναι θα λέγαμε σε κοινό πλαίσιο. Ούτε «Ζάππεια», ούτε «πρόγραμμα Θεσσαλονίκης». Το παιχνίδι θα παιχτεί στο ποιος θα εμφανίσει ένα καλύτερο αφήγημα για το μέλλον.

Όσο για τους αντιδρώντες στο μνημόνιο χωρίς… προσαρμογή, αρχίζουν να βλέπουν τα όρια, που είναι βέβαια η έξοδος της χώρας από την Ευρώπη και το ευρώ. Με μικρά αποτελέσματα όμως.

 

 

Ξανασυστήνοντας τον κόσμο των τραγουδιών

Γιατί ήταν πολύ καλή η συναυλία του Βασίλη Παπακωνσταντίνου και της Ρίτας Αντωνοπούλου που είδαν χιλιάδες άνθρωποι επί τρεις ημέρες; Γιατί κατάφερε να επανασυστήσει, να φέρει μπροστά, να μας παρουσιάσει, ένα πολύ μεγάλο μέρος του ελληνικού τραγουδιού από το ’60 και μετά.

 

Ας θυμηθούμε ότι πολλά από αυτά τα τραγούδια τα άκουσαν πολλοί, πάρα πολλοί, σε μεγάλα γήπεδα με τη Μεταπολίτευση. Οι νεώτεροι τα ακούσαμε από κασέτες και δίσκους κατά μόνας. Και πολλοί βέβαια δεν τα έχουν ακούσει όλα.

 

Η παράσταση αυτή που σκηνοθέτησε ο Παντελής Βούλγαρης και συνόδευσε με κείμενα ο Οδυσσέας Ιωάννου στην πράξη έφτιαξε ένα σχήμα που επέτρεψε στο κοινό όχι μόνο να μπει στον κόσμο των τραγουδιών, αλλά και στους κόσμους πίσω από τα τραγούδια, στην Ελλάδα που ζήσαμε ή έζησαν άλλοι πριν από εμάς. Έτσι βρίσκουμε τη θέση του Μίκη και του Χατζιδάκι, του Ξαρχάκου και του Μικρούτσικου. Και καταλαβαίνουμε γιατί τα τραγούδια τους, κι άλλων πολλών, αγαπήθηκαν τόσο και απέκτησαν πολλά νοήματα μέσα στο χρόνο.

 

Τέτοιες συναυλίες, λειτουργούν επιπλέον και ως κιβωτοί μνήμης. Και όπως στην προκειμένη, που ήταν πολύ καλά δομημένη και στηριζόταν πάνω σε σημαντικούς καλλιτέχνες, ανοίγουν το δρόμο στη συγκίνηση για τους παλιότερους και το δρόμο την εμπειρία για τους νεώτερους. Γι’ αυτό και ακούστηκε τόσο φρέσκος ο Καρυωτάκης από το στόμα του Παπακωνσταντίνου ή τόσο δυνατό το Καραντί από την Αντωνοπούλου. Γιατί συνάντησαν τις ανάγκες ενός πολύμορφου κοινού, σε μία όμως κοινή εμπειρία για όσους ήταν πάνω και κάτω από τη σκηνή.

 

Γράφει ο ΦΙΛΗΜΩΝ ΚΑΡΑΜΗΤΣΟΣ

fkaramitsos@yahoo.gr

Powerd By  

Εκδοτης & Διευθυντης:
Φωτεινή Τζέκα - Παπαγεωργίου