Πέμπτη 30 Ιουνίου 2022 03:30
Τελευταία Ενημέρωση: 16 Μαΐου 2022
Πολιτισμός

Ένα «εξάγιο» από την Καστρίτσα και ένα νόμισμα για τη Δωδώνη

Off

Η Εφορεία Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων συνεχίζει την ψηφιακή έκθεση «Λεπτομέρειες» με δύο αναρτήσεις στο κοινωνικό δίκτυο https://www.facebook.com/amiogr .

Για τον Μάιο, η Βαρβάρα Παπαδοπούλου, αναπληρώτρια προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων, επιλέγει και σχολιάζει μια σημαντική λεπτομέρεια από την εγχάρακτη συντομογραφική ένδειξη αυτοκρατορικής πιστοποίησης του βάρους ενός «εξαγίου» (τέλη 4ου – αρχές 5ου αι.). Πρόκειται για είδος σταθμιτικού μέσου για το ζύγισμα χρυσών νομισμάτων και πολύτιμων μετάλλων. Το ανασκαφικό εύρημα, από το οχυρωμένο οικιστικό σύνολο στον λόφο της Καστρίτσας, στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων, είναι ιδιαιτέρως σημαντικό καθώς αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές της ζωής και της ιστορίας της περιοχής και εκτίθεται στην Αίθουσα του Βυζαντινού Μουσείου Ιωαννίνων για τους Παλαιοχριστιανικούς Χρόνους.    

Από τις συλλογές του Αρχαιολογικού Μουσείου Ιωαννίνων, η αρχαιολόγος Βασιλική Γιαννάκη επιλέγει και σχολιάζει το εικονογραφικό θέμα της οπίσθιας όψης ενός σπάνιου χάλκινου νομίσματος που εκδόθηκε, περίπου το 300 π.Χ., από την Ἂπειρον, συμμαχική πολιτική οντότητα των αρχαίων Ηπειρωτών. Η σύνθεση αυτή συνδέεται άμεσα με εκδοχές του μύθου ίδρυσης του μαντείου του Δία στη Δωδώνη, τις οποίες κατέγραψε και διέσωσε στους αιώνες ο ίδιος ο «πατέρας της ιστορίας», ο ταξιδευτής Ηρόδοτος. Το νόμισμα εκτίθεται στην Αίθουσα 6 για το Ιερό της Δωδώνης.

Οι αναρτήσεις

– Βυζαντινό Μουσείο Ιωαννίνων – Αίθουσα Α – Παλαιοχριστιανικοί Χρόνοι

«Ζυγίζοντας  βάρη πολύτιμα, υπό το βλέμμα αυτοκρατόρων.»  ΓS (sex-unc, συντομογραφική ένδειξη, που δηλώνει το βάρος ενός σταθμίου). Η λεπτομέρεια αυτή είναι χαραγμένη σε ένα εξάγιο, ένα μικρό επίπεδο μεταλλικό πλακίδιο, κατασκευασμένο από κράμα χαλκού με ένθετο ασήμι και διαστάσεις: 4,5Χ 3,8Χ1εκ. και βάρος 159 γρ. Το εξάγιο ήταν ένα είδος σταθμίου, δηλαδή ένα επίσημο επικυρωμένο μετρικά βάρος για το ζύγισμα χρυσών νομισμάτων, πολύτιμων μετάλλων, αλλά και προϊόντων προς συναλλαγή.

Το ΓS διακρίνεται στο κάτω μέρος της κύριας όψης του εξάγιου. Πάνω από την ένδειξη αυτή απεικονίζονται δύο αυτοκράτορες, ολόσωμοι, με στρατιωτική στολή και πολεμική εξάρτυση, συνοδευόμενοι από μία γυναικεία μορφή σε μικρότερο μέγεθος, που πιθανότατα ταυτίζεται με τη ρωμαϊκή θεά Moneta, προστάτιδα του χρήματος, της οικονομίας και της ευημερίας.

   Η παράσταση των δύο αυτοκρατορικών μορφών κατατάσσει το σταθμίο μας στην εντυπωσιακή κατηγορία των λεγόμενων «αυτοκρατορικών», η εγκυρότητα και ισχύς των οποίων επικυρωνόταν με την απεικόνιση ενός ή περισσοτέρων αυτοκρατόρων. Κατασκευάζονταν συνήθως από χαλκό και άλλη ένθετη ύλη και με μεγαλύτερη επιμέλεια από τα κοινά σταθμία, που τα περισσότερα έφεραν μόνο την ένδειξη του βάρους και κάποιο διακοσμητικό στοιχείο, όπως π.χ. σταυρό μέσα σε στεφάνι.

   Το σταθμίο που παρουσιάζουμε ανήκει, σύμφωνα με τον εικονογραφικό τύπο των δύο αυτοκρατορικών μορφών, στα λεγόμενα αυτοκρατορικά σταθμία των πρώιμων βυζαντινών χρόνων, και χρονολογείται πιθανόν στα τέλη του 4ου με αρχές του 5ου αι. Η έλλειψη συνοδευτικών επιγραφών καθιστά αδύνατη την ασφαλή ταύτιση των δύο στρατιωτικών μορφών. Πιθανολογούμε ότι πρόκειται για τους αυτοκράτορες Ονώριο και Αρκάδιο (συναυτοκράτορες 395-408), χωρίς να αποκλείονται και οι Βαλεντινιανός Β και Γρατιανός. Η εγχάρακτη συντομογραφία ΓS στο κάτω μέρος της κύριας όψης του εξάγιου αποτελούσε την ένδειξη του βάρος του, που ισοδυναμούσε με το 1/6 της ουγγιάς (4,55γρ. περίπου), όσο και το βάρος ενός χρυσού νομίσματος, όπως προέκυψε μετά τη νομισματική μεταρρύθμιση του Μ. Κωνσταντίνου το 312.

Το σταθμίο είναι ένα εύρημα ιδιαίτερης αξίας. Προέρχεται από την ανασκαφική έρευνα που έγινε παλαιότερα στον λόφο της Καστρίτσας, όπου τα ερείπια αρχαίας πόλης, η οποία ταυτίζεται με την πόλη Τέκμωνα. Η ανεύρεσή του, μαζί με ένα μεγάλο σύνολο νομισμάτων, εντός των λειψάνων μεγάλου κτηρίου, αποτελεί από μόνη της ένδειξη για τον δημόσιο χαρακτήρα του, αποκαλύπτοντας έτσι άγνωστες πτυχές της ζωής αυτού του σημαντικού οχυρωμένου οικισμού του λεκανοπεδίου των Ιωαννίνων.

Βαρβάρα Παπαδοπούλου, αρχαιολόγος

– Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων – Αίθουσα 6 – Το ιερό της Δωδώνης

«Ένα δέντρο, ένας μύθος»

Τον Οκτώβριο του 2007 το Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων εμπλουτίζει τη συλλογή του με ένα σπάνιο νόμισμα. Πρόκειται για μια πιθανόν εορταστική κοπή -για άγνωστη σε εμάς αφορμή- με εκδότρια αρχή την Συμμαχία των Ηπειρωτών (Ἂπειρος). Στην εμπρόσθια όψη του νομίσματος εικονίζεται ο Δωδωναίος αετός με αναδιπλωμένα φτερά να κάθεται επάνω σε βράχο κοιτώντας προς τα δεξιά. Εκατέρωθεν του αετού το εθνικό ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ (των Ηπειρωτών, στη δωρική διάλεκτο). Ωστόσο, είναι η οπίσθια όψη του νομίσματος που το καθιστά ιδιαιτέρως σημαντικό. Συγκεκριμένα, διακρίνονται η ιερή βελανιδιά με τρία περιστέρια, τὰς ἐν τῇ Δωδωναίᾳ δρυῒ μεμυθεῡσθαι πελείας φασίν (Στράβων 7.7, Απόσπασμα, 2), ένα στην κορυφή του δέντρου και από ένα δεξιά και αριστερά στο έδαφος.

Τα περιστέρια σχετίζονταν με την τελετουργία του μαντείου.

Σύμφωνα με τον ιδρυτικό μύθο που μας διασώζει ο Ηρόδοτος (Ἱστορίαι 2.54) η θέση του μαντείου επελέγη όταν από τις Θήβες της Αιγύπτου πέταξαν δυο μαύρα περιστέρια (μέλαιναι πελειάδες), το ένα για τη Λιβύη και το άλλο για τη Δωδώνη. Το τελευταίο κάθισε πάνω στα κλαδιά μιας βελανιδιάς (φηγός, ιερό δέντρο του Δία) και με ανθρώπινη λαλιά παρήγγειλε να ιδρυθεί στον τόπο αυτόν το μαντείο του Διός. Αυτήν την διήγηση την αφηγήθηκαν στον Ηρόδοτο οι ιέρειες του μαντείου της Δωδώνης (Προμένεια, Τιμαρέτη και Νικάνδρη), οι οποίες ήταν γνωστές και ως Πελειάδες.

Ο ιστορικός μας πληροφορεί επίσης και για μια δεύτερη παραλλαγή σχετικά με την ίδρυση του μαντείου, την οποία άκουσε αυτή τη φορά από ιερείς του Άμμωνα Δία στις Θήβες της Αιγύπτου (Ἱστορίαι 2.57). Σύμφωνα με αυτήν, Φοίνικες ληστές απήγαγαν δύο ιέρειες από τις Θήβες και κατόπιν τις πούλησαν ως δούλες, τη μία στη Λιβύη και την άλλη στην Ελλάδα. Αυτές πρώτες ίδρυσαν τα αντίστοιχα μαντεία. Συνδυάζοντας τις δύο αυτές εκδοχές, ο ιστορικός επιχειρεί και τη δική του ερμηνεία, υποστηρίζοντας ότι οι γυναίκες θα πρέπει να ταυτίστηκαν με μαύρα περιστέρια λόγω της αιγυπτιακής καταγωγής τους, και επειδή μιλούσαν μια ξένη, άγνωστη γλώσσα, ακατανόητη, όπως εκείνη των περιστεριών.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (Περί τα ζώα ἱστορίαι  8.12) η πελειά της Δωδώνης είναι ένα άγριο περιστέρι που σε αντίθεση με τα κοινά περιστέρια είναι αποδημητικό. Πολλοί μελετητές θεωρούν ότι η πελειά κάθε φθινόπωρο ξεκινώντας από τον Τόμαρο (βουνό που δεσπόζει στην κοιλάδα της Δωδώνης), μετανάστευε προς την αφρικανική ήπειρο και επέστρεφε στη Δωδώνη κάθε άνοιξη σε ανάμνηση του παρθενικού ταξιδιού του περιστεριού που ήρθε από τις Θήβες της Αιγύπτου. Με αυτή την εποχική παρουσία των περιστεριών πιθανώς να συνδέονται τα Νάια -γυμνικοί, δραματικοί, μουσικοί και ιππικοί αγώνες- που τελούνταν στη Δωδώνη κάθε τέσσερα χρόνια, ίσως κατά το φθινόπωρο, περίοδος που έχει προταθεί ότι συνδυάζεται με συνήθειες και θεσμίσεις του κτηνοτροφικού βίου. Βασιλική Γιαννάκη, αρχαιολόγος

Related Posts

Είσοδος

Powerd By  

Εκδοτης & Διευθυντης:
Φωτεινή Τζέκα - Παπαγεωργίου