Επικαιρότητα

Γιαννιώτικες Ιστορίες

Off

Χριστούγεννα  1956

Το χιόνι ήταν δυο πιθαμές. Το ξυπνητήρι χτύπησε στις τέσσερις και τέταρτο, ξημερώματα. Σηκώθηκε και ετοιμάστηκε να πάει, εκεί κοντά στο Παλλάδιο, να πάρει και να μοιράσει τις εφημερίδες. Πλησίαζαν Χριστούγεννα και το σπίτι είχε μόνο λίγες δραχμές!   

Πήρε τα δέματα των εφημερίδων για την Αθήνα, να φύγουν με το πρώτο λεωφορείο και το δέμα για το πρακτορείο εφημερίδων. Τα λεωφορεία έφευγαν από εκεί που είναι σήμερα, το ΚΕΠ, δίπλα στο Δημαρχείο. Ο χώρος ήταν ανοιχτός στο μπρός μέρος του και χωρούσαν τέσσερα λεωφορεία. Στο πίσω μέρος ήταν το καφενείο και δίπλα η αποθήκη του ΚΤΕΛ και δεξιά καθώς έμπαινες τα γραφεία-εκδοτήρια του ΚΤΕΛ. Παρέδωσε τα δέματα και με το δέμα στα χέρια, έστριψε στη γωνία απέναντι από το Δημαρχείο και το Στρατηγείο. Κοίταξε το ρολόι της πλατείας, έδειχνε πέντε παρά πέντε. Πάτησε σε κάτι λίγο σκληρό. Έσκυψε και πήρε το πορτοφόλι. Είχε πολλά λεφτά, ταυτότητα, δυο τρία χαρτιά και σε ένα τσεπάκι πέντε λίρες! Πήγε το δέμα στο πρακτορείο εφημερίδων Τσούρνου και γύρισε στα γραφεία της εφημερίδας. Πήγε στον Λάμπρο, που έφτιαχνε τα κλισέ, για τις γιορτές και του είπε πως  χρειάζεται να του μιλήσει . Ο μικρός δίπλωνε τις εφημερίδες του, όταν ο Λάμπρος του έγνεψε. Τον πήρε και πήγαν πίσω από τη λινοτυπική μηχανή και του είπε σχετικά με το πορτοφόλι. Αυτός κοίταξε την ταυτότητα και είπε: “Τον ξέρω τον κύριο. Θα σε περιμένω και μόλις τελειώσεις τη διανομή των εφημερίδων θα πάμε μαζί  στην Ασφάλεια και θα ειδοποιήσω εγώ, αυτόν που το έχασε”.

Η Ασφάλεια ήταν στην οδό Ανεξαρτησίας. Το πορτοφόλι παραδόθηκε αφού καταγράφηκαν όλα όσα είχε.

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας δυο κύριοι χτύπησαν την πόρτα του σπιτιού του μικρού! Βγήκε κυρά-Ευδοκία, η μάνα του μικρού.

Τους χαιρέτισε και τους ρώτησε, τι θέλουν. “Είναι ο Παύλος μέσα”, ρώτησε ο ένας.

“Συμβαίνει κάτι”; απάντησε ανήσυχα η κυρά-Ευδοκία.

“Μην ανησυχείτε, για καλό ήρθαμε”, είπε ο άλλος κύριος, που ήταν καλοντυμένος!

” Έφευγα για Αθήνα και μόλις φθάσαμε στον Αγιάννη, διαπίστωσα ότι έχασα το πορτοφόλι μου     

Κατέβηκα από το λεωφορείο και γύρισα. Έψαξα για το πορτοφόλι μου, αλλά τίποτε. Στις εννέα μου τηλεφώνησε ο Λάμπρος και μου είπε τα σχετικά με το πορτοφόλι μου. Που είναι ο Παύλος; Τον θέλουμε”.

“Πήγε να πληρωθεί για τις εφημερίδες που άφησε σε τρία καφενεία, όπου είναι θα έρθει”.   

Ο καλοντυμένος κύριος άνοιξε το πορτοφόλι του και έδωσε στην κυρά-Ευδοκία πεντακόσιες δραχμές. Αυτή κοίταζε μια τον καλοντυμένο κύριο, μια τα χρήματα.

“Δεν μπορώ να τα πάρω ψέλλισε”.

“Τα δίνω με την καρδιά μου και άλλη φορά θα σας δώσω και άλλα”, είπε ο καλοντυμένος κύριος.”Αξίζει να τα πάρετε, μπορούμε να περάσουμε μέσα; Κάνει και κρύο “, συμπλήρωσε ο Λάμπρος.

Η κυρά-Ευδοκία τους έβαλε να καθίσουν στο δωμάτιο με το μαγκάλι και τους κέρασε γλυκό κυδώνι. Τα αδέρφια του Παύλου πήγαν στο άλλο δωμάτιο, χωρίς μαγκάλι!

Ο καλοντυμένος κύριος άφησε τα χρήματα, πάνω στο τραπέζι του δωματίου. Η κυρά-Ευδοκία αρνιόταν να τα πάρει!

Σε λίγο ήρθε ο Παύλος. Ο Λάμπρος έβαλε το χέρι του στους ώμους του Παύλου και του σύστησε τον καλοντυμένο κύριο.

Αυτός τον ευχαρίστησε με λόγια καρδιάς και είπε πολλές ευχές και εγκωμιαστικά λόγια. Χαιρέτισαν όλους και αγκάλιασαν τον Παύλο.

Έφυγαν αφού ευχαρίστησαν πάλι και πάλι.

Τα χρήματα έμειναν πάνω στο τραπέζι … Πλησίαζαν Χριστούγεννα.

Γράφει ο Γιώργος Μακρίδης

Related Posts

Powerd By  

Εκδοτης & Διευθυντης:
Φωτεινή Τζέκα - Παπαγεωργίου